Wednesday, 14 August 2019

Στο λάκκο με τους λάκκους

Στον κύκλο μου πλέον γνωρίζουν πόσο αγαπώ την ιστορία των λέξεων και τα έτυμά τους. Πριν λίγες μέρες ένας φίλος μου ζήτησε να ασχοληθώ με την λέξη λάκκος και πιθανή συγγένεια με το Αγγλικό lack (έλλειψη). Αναρωτηθήκαμε για πιθανά ομόηχα, όπως το Luck και το lacquer (λάκα). Ξεκίνησα λοιπόν και έμπλεξα σε ένα δαίδαλο που με πήγαινε μια στην Περσία και μια στα Σανσκριτικά.  Έφτασα σε κάποια συμπεράσματα και θα προσπαθήσω πολύ να τα βάλω σε μια τάξη. Ένιωθα να "σκάβω", ή σα να τραβάω "λαχνούς", αφού κάθε λέξη με οδηγούσε σε διαφορετική ή παρόμοια προέλευση.

λάκκος < αρχαία ελληνική λάκκος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *lókus (γούρνα, νερόλακκος)

και το *lókus αποδίδει σε διάφορες γλώσσες  το κέλτικο loch, το Λατ. Lacus, και διάφορα γερμανικά παράγωγα με την ίδια σημασία είτε λίμνη, είτε λακούβα.

Η λακούβα τώρα < σλαβική локва / lokva < πρωτοσλαβική *loky < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *lokus Είναι δηλαδή ομόριζα με τον λάκκο. Η τροπή του ο>α θεωρείται βασική στην Ινδοευρωπαϊκή θεωρία και η υπόθεση είναι ότι έχει συμβεί σε διαφορετικούς χρόνους στις διάφορες γλώσσες.

Σκέφτηκα μετά να εξετάσω το λαγούμι, οι Έλληνες γλωσσολόγοι δίνουν την παρακάτω ετυμολογία και σταματούν εκεί.
λαγούμι <τουρκική lağım < αραβική لغم(laġam). Οι Άραβες όμως που τους νοιάζει η δικιά τους ετυμολογία επεκτείνουν την ιστορία της λέξης προς τα αρχαία Ελληνικά:
"From Ancient Greek λαχαίνω (lakhaínō, “to dig, to excavate”), from Ancient Greek λαχών(lakhṓn, “to obtain, to draw, to receive”), ultimately from Proto-Indo-European *lēk-(“string, twig, tendril”) from the pulling out of lots or herbage from the soil."

Καταλήγουμε όμως σε άλλη υπόθεση ΠΙΕ ρίζας, αυτή της *l
ēk-. Αυτή την αναπαραγωγή μόνο στους Άραβες την πετυχαίνω και πιθανολογώ ότι είναι λανθασμένη

Το λαχαίνω και λαχών όμως με παραπέμπουν στο λαχνό και το επιλαχών, που βρήκαν οι άραβες το σκάβω;

Πράγματι ερευνώ το λαχείο και το λαχνό < ρίζα λαχ- από το λαγχάνω που σημαίνει     "παίρνω με κλήρο", δηλαδή ένα μερίδιο από το σύνολο.

Εξετάζω το λαχαίνω και βγαίνει επίσης από το λαγχάνω, σημαίνει "αποδίδομαι σε κάποιον με κλήρωση", τυχαίνω αλλά και σκάβω. Σκάβω επειδή αφαιρώ μερίδιο του όλου τμηματικά, κάνω δηλαδή νομή (οικονομία σημαίνει νομή τα του οίκου), διανέμω το χώμα, την ύλη από το έδαφος.

Παράγωγό του λαχαίνω είναι το λάχανο. < αρχαία ελληνική λάχανον < λαχαίνω (σκάβω)

Ο κλήρος, όπως και η ψηφοφορία όμως στην αρχαιότητα επίσης γινόταν με πέτρες και οβολούς ή όστρακα, γνωστό και το εξοστρακίζω, ψηφίζω (από την ψήφο / ψηφίδα δηλαδή μικρά σφαιρίδια) με όστρακα ενός χρώματος ή του άλλου, με αποτέλεσμα αυτός που καταψηφίστηκε να εξοστρακιστεί.

Το διανέμω παραπάνω όμως μου θύμισε τους Λακεδαίμονες, όπου βρίσκουμε πάλι το λακ- από το λαχαίνω. Οι φιλόλογοι τώρα το ετυμολογούν είτε με το δαίμων είτε με το δάμος (δήμος στη δωρική).

δαίμων < αρχαία ελληνική δαίμων, Θεός, Μοίρα (παράγεται από το ρ. δαίω : μοιράζω στον καθένα την τύχη του).)

Παραθέτω για το δέω:
"Ἐτυμ.: κατὰ τινας ἐκ ῥ. δα- τοῦ δαίω=μοιράζω, τρόπον τινὰ δαίμων=ὁ διαμοιραστής, πρβλ. Ἡσυχ. «ἰσοδαίτης ὑπ’ ἐνίων ὁ Πλούτων» ἡ=ὁ λαχὼν, ὁ κληρωθεὶς κατὰ τὴν διανομήν, κλῆρος, τύχη΄ < *dei-, πρβλ. δαίομαι καὶ ἀγγλοσαξ. tima, ἀγγλ. time (χρόνος), παλ-γερμ. *tῑman- (περίοδος) < ἰαπ. *di-. "

για το δῆμος τώρα <πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *deh₂mos < *deh₂- που στα Ελληνικά δεν είναι άλλο από την ρίζα δα-
τοῦ δαίω όπως και παραπάνω.

Είτε με την μία είτε με την άλλη ετυμολογία, Λάκεδαίμωνες είναι αυτοί που έλαβαν γή από κλήρο, πιθανότατα λοιπόν οι "κληρονόμοι".

Ενδιαφέρον παρουσιάζει εδώ σε νοηματική αντιπαράθεση το Αγγλικό lottery (είδος κλήρωσης) και "a lot" (πολύ) που ετυμολογείται από το lot "κομμάτι γής, μέρισμα,
παίρνω με κλήρο, δηλαδή ένα μερίδιο από το σύνολο" (ακριβώς ότι και το λαγχάνω), το οποίο lot έχει Γερμανικές ρίζες (αναπαραγόμενη Πρωτο Γερμανική ρίζα *khlutom, μια υπόθεση δηλαδή).

Υπάρχει μιά ετυμολογία της Ανδαλουσίας στην Ισπανία από αυτή την ρίζα και την παραθέτω:
"Al-Andalus/Andalucia : Landahlauts: An etymology was advanced recently by H. Halm in Al-Andalus und Gothica Sors, in Welt des Oriens, 66, 1989, pp 252-263, and offers an interesting explanation. According to him the name "Al-Andalus" is simply an Arabic rendition of the Visigothic name given to the Roman province of Baetica, "Landahlauts" (allotted, inherited, drawn land), in its phonetic form — "landalos" — became easily and spontaneously, to Arabic ears, "Al-Andalus"

Σε Γαλλικό λεξικό βρίσκω το hlauts ότι στα Γοτθικά σημαίνει "κληρονομιά"

Είπα να μην σταματήσω και να ψάξω και κάποια ομόηχα.

lacquer λάκα)Borrowed from French lacque (“a sort of sealing wax”), from Portuguese lacalacca(“gum lac”), from Persian لاک‎ (lāk), from Hindi लाख (lākh), from Sanskrit लाक्षा (lākṣā)

Ψάχνοντας το Ινδουιστικό lākh και το Σανσκριτικό lākṣā βρίσκω τις έννοιες "κόκκινο", "λάκα (που είναι ένα είδος κόκκινου ρετσινιού που ευδοκιμεί στην Ινδία)" αλλά και το αριθμητικό 100.000

Η Ινδική ετυμολογία του lākh όμως δεν ετυμολογείται από το lākṣā (ρετσίνι) αλλά από το lakkha που σημαίνει (Ω! τί έκπληξη) μερίδιο, τρόπαιο, απολαβή από κλήρο, και ποντάρισμα.

To Αγγλικό Lack (έλλειψη), ετυμολογείτε απο το Ολλανδικό lak <laken. Αναπαράγεται πρωτο-γερμανική ρίζα *laka- την οποία όμως ουδείς συνδαίει με το λαχαίνω ή το λάκκο. Αντί αυτού προτείνεται και μάλλον έχει ευρύτερη αποδοχή μία σύνδεση με το Λατινικό Legere.

Μου έμεινε μόνο το Luck, όπου και λόγω το νοήματος περίμενα να είναι και αυτό σχετικό, το ετυμολογούν όμως από μεσο-Ολλανδικό gheluc.

O beekes τώρα δίνει την δικιά του ετυμολογία στο λαγχάνω και την ετυμολογική του οικογένεια.

"Old forms are the o-grade perf. λέλογχα, λόγχη and the zero grade aor. λαχεῖν, λάξις. Later, εἴληχα, λήξομαι, λῆξις, etc. arose as innovations by analogy with εἴληφα, λήψομαι, λῆψις (after λαγχάνω : λαμβάνω, λαχεῖν : λαβεῖν). No known cognates exist. A noteworthy agreement with Λάχεσις is Messap[ic]. Logetibas [dat.pl.], to which belongs Λάγεσις· θεός. Σικελοί (H.); if correct, it must be an old loan […]."
Beekes RSP · 2010 · Etymological dictionary of Greek: 821

Για τον Beekes λοιπόν η Ελληνική ρίζα είναι λεγχ-, ούτε *lēk-, ούτε *lókus.

Για να το κλείσω έριξα μια ματιά και στο Liddel-Scott όπου αναφέρουν το λάξις.
λάξις: (οὐχὶ λᾶξις), ιος, ἡ, (λαχεῖν) ὡς τὸ λάχεσις, τὸ διὰ κλήρου ἀπονεμόμενον εἴς τινα, μέρος γῆς, Ἰων. τύπος ἐν χρήσει παρ’ Ἡροδ. 4. 21· οὕτω πιθαν., καί σφε τεὴν ἐκρίναο λάξιν Καλλ. εἰς Δία 80. Πρβλ. λῆξις.

Πληροφορούμαι επίσης ότι το λάξις είναι η ιωνική μορφή του αττικού λῆξις,
λῆξις: (Α), εως, ἡ, (√ΛΑΧ, λαγχάνω, λήξομαι) ὁ καθορισμὸς ἢ διορισμὸς διὰ κλήρου, ἀρχῆς Πλάτ. Νόμ. 765D· αἱ λ. τῶν κλήρων Ἀριστ. Ἀποσπ. 396. 2) μέρος ἀπονεμόμενον διὰ κλήρου, Πλάτ. Νόμ. 740A, 747E, Κριτί. 109C, 113B· πρβλ. λάξις. ΙΙ. ὡς δικανικὸς ὅρος, λῆξις δίκης ἢ μόνον λῆξις, ἔγγραφος κατηγορία ἐγχειριζομένη εἰς τὸν ἄρχοντα ὡς τὸ πρῶτον βῆμα ἐν ἰδιωτικῇ δίκῃ, σχεδὸν = ἔγκλημα, ὁ αὐτ. ἐν Πολ. 425D, Ἰσαῖ. 84. 24, Αἰσχίν. 9. 30· πρβλ. λαγχάνω Ι. 3· σπανιώτατα ἐπὶ δημοσίων δικῶν, ὡς παρὰ Δημ. 999. 14. 2) λῆξις τοῦ κλήρου ἐκαλεῖτο ἡ πρὸς τὸν ἄρχοντα γινομένη αἴτησις (ἀπαιτουμένη παρὰ πάντων πλὴν τῶν κατ’ εὐθεῖαν ἀπογόνων τοῦ θανόντος) πρὸς νόμιμον κατοχὴν κληρονομίας, τοῦ κλήρου... λαχεῖν τὴν λ. ἠξίωσεν Ἰσαῖ. 38. 8. Πρβλ. Att. Process, σελ. 462, 594 κἑξ.

Wednesday, 31 July 2019

Νεκταρ, Nectar

Το νέκταρ παρουσιάζει μια ενδιαφέρουσα ετυμολογία.

Το νέκταρ είναι κάτι εύγευστο και είναι επίσης ο χυμός των λουλουδιών που συλλέγουν οι μέλισσες. Μαζί με την αμβροσία είναι η τροφή των αρχαιοελληνικών θεών και σημαίνουν το ίδιο.

Αμβροσία είναι το στερητικό α(ν > μ) + Βροσία < βροτός < μορτός, δηλαδή έχει την ετυμική σημασία μη θνητός / αθάνατος.

Πάμε στο νέκταρ, όπου είναι σύνθετη λέξη με τις ρίζες νεκ + τάρ.

Νεκ- < νεκύς και ομόριζο του νεκρός. Η ρίζα *neḱ- παράγει στα λατινικά τα nex (δολοφονία, βίαιος θάνατος), neco (σκοτώνω), noceo (τραυματίζω, προκαλώ φθορά), noxa και noxia (τραύμα, φθορά). Aπαντάει και σε διάφορες άλλες γλώσσες όπως τα Τοχαρικά και τα Σανσκριτικά.

Από τις Ελληνικές και Λατινικές λέξεις παράγονται πολλές άλλες λέξεις όπως για παράδειγμα τα Αγγλικά innocent, innocuous, internecine, necro-, necropolis, necrosis, necromancy, nectar, nectarine, nociceptive, nocuous, noxious, nuisance, obnoxious, pernicious.

ταρ <από ρίζα *-tr̥h₂ < *terh₂-

Το αγγλικό through και το λατινικό trāns διατηρούν την κυριολεκτική σημασία "διαβαίνω", και από το Λατ. Transeo βγαίνει το transit και transition.

Πέρα από  το διαβαίνω το *terh₂- έχει καιτην σημασία του "υπερβαίνω, υπερισχύω". Στα Ελληνικά απαντά στην λέξη τρανός, αυτός που υπερβαίνει το κανονικό, και στο τερθρόν (άκρη, αρχή ή απόληξη). Το τέρθριο σε ναυτικούς όρους είναι το σχοινί που κρέμεται από την άκρη του καταρτιού. Έχει δώσει στα Λατινικά επίσης το trado, από το trāns (“απέναντι, πέρα”) + (“δίδω”) από όπου τα contrādō και trāditiō και είναι εύκολο να δούμε σε αυτές τις λέξεις απογόνους στα Αγγλικά: trade, contradiction, tradition αλλά και tray.

Από την ίδια ρίζα προέρχονται τo Ολλανδικό door και το Γερμανικό durch. Στην Αβεστική γλώσσα, τα Περσικά, Σανσκριτικά κλπ υπάρχουν λέξεις που σημαίνουν "πέρασμα ή διαβαίνω",

Νεκταρ λοιπόν είναι η νίκη του θανάτου.



Thursday, 20 June 2019

Ατρεκέστατος

Αυρεκέστατος < ἀτρεκής < α + τρέπω = απαθής, γνήσιος, πραγματικός.

Thursday, 30 August 2018

*ser- (συνέχεια) art, arm, Άρθρο, αρετή, αρμονία (#AlamoWords - 10)

#AlamoWords - 10 *ser- συνέχεια (art, arm).

Αγγλικά:
adorn; alarm; aristarchy; aristo-; aristocracy; arm "είτε με την έννοια χέρι, είτε όπλο"; armada; armadillo; armament; armature; armilla; armistice; armoire; armor; armory; army; art (n.) "skill as a result of learning or practice;" arthralgia; arthritis; arthro-; arthropod; arthroscopy; article; articulate; artifact; artifice; artisan; artist; coordination; disarm; gendarme; harmony; harmonica; inert; inertia; inordinate; ordain; order; ordinal; ordinance; ordinary; ordinate; ordnance; ornament; ornate; primordial; subordinate; suborn.
Ελληνικά:
Άρθρο, Αρθρίτις, αναρθρία, αρθμός, άρα, αριθμός, άρμα, αρμός, αρετή, άριστος, άρτος, αρμονία, άρτιος, ορμή, ορμάω, εφορμώ, αφορμή και σεροτονίνη.
Είδαμε ότι το *ser(2)- και οι λέξεις που παράγει έχουν την έννοια του συνδέσμου, της σειράς, και της τάξης / ταξινόμησης συμμαζέματος. Την ίδια ακριβώς έννοια έχει και η ρίζα *h₂er-.
Ουσιαστικά οι δύο ρίζες ταυτίζονται, δεν θα μπω σε λεπτομέρειες (γιατί δεν τις γνωρίζω και πολύ καλά ομολογουμένως). Η μία τρέπεται στην άλλη, ανάλογα την γλώσσα, το νόημα, την ιστορικότητα κλπ. Επίσης δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι η μία είναι αρχαιότερη από την άλλη. Υπάρχουν όμως και δεν μπορούμε να τις παραλείψουμε.
Από την ταυτόσημη ρίζα *h₂er- παράγεται το ἀραρίσκω (συνδέω, συνπάπτω, κατασκευάζω, συγκεντρώνω, εφοδιάζω εί, δημιουργώ ευχαρίστηση) από το οποίο βγαίνουν ή συνδέονται ετυμολογικά τα "ἀναρθρία, ἀρθμός, (ἄρα), ἄρθρον, ἀριθμός, ἄρμα, ἀρμός, ἀρετή, ἄριστος, ἄρτι, (ἄρτος), ἀρτύς, άρτιος, αρτίζειν". Από εκεί μέσω των Λατινικών ars (πρόθεμα art-) "τέχνη" armus "ώμος" artus "σύνδεση, άρθρο" arma "όπλο", το Παλαιό Πρωσικό και το Γερμανικό irmo "οπλίζω, χέρι" και το Γερμανικό art "τρόπος" φτάνουμε στις Αγγλικές λέξεις που αναφέρω στην αρχή.
Από άλλες ακαταχώρητες νοηματικές ενότητες της ρίζας *ser- βγαίνουν τα "ορμή, ορμάω, εφορμώ, αφορμή", αλλά και η σεροτονίνη.
Σ' αυτή τη λίστα θα τοποθετούνται τα τραγούδια που αναρτούνται

https://www.youtube.com/playlist?list=PLb4x5JV4jxd679S4Qzsx1-4pFNImb6zzG

*ser(2)- series, sort, εἴρω, σειρά (#AlamoWords - 9)

#AlamoWords 9 - *ser(2)- 
Ευθυγραμμίζω, ταξινομώ, καταρτίζω, τακτοποιώ κλπ
Παίζουμε με τις λέξεις που παράγονται από τη ρίζα *ser(2)- και είναι: 
Αγγλικά: series, assert, desert(3), dissertate, exert, exsert, insert, sermon, sorcerer, sort; assort, consort, ensorcell, sortilege, lot, lottery, fortune, sark, berserk, serviette, reservoir.
Ελληνικά: εἴρω, εἰρήνη, σειρά, ὅρμος, κονσέρβα, σερβιέτα, ρεζερβουάρ
Ισπανικά: cerrar, suerte, sermón
Γαλλικά: serrer, sort, sorte, sermon, serviette
Ιταλικά: serrare, sorte, sermone, stasera. sera, serata, serale
Αλβανικά: short
Αυτή είναι και η πρώτη φορά που βάζω μια ΠρωτοΙνδοευρωπαϊκή επανασχηματισμένη ρίζα για τίτλο, δένει όμως με την προηγούμενη ανάρτηση του Hero, που ήταν ουσιαστικά η ρίζα *ser(1)- , και με αυτό τον τρόπο δείχνω ότι αυτή η ανάρτηση είναι η συνέχεια εκείνης.
Θα υπάρξει και τρίτη (και τελευταία) ανάρτηση για την ρίζα *ser-
Όλες οι αναρτήσεις θα προστεθούν σε αυτό το playlist:

https://www.youtube.com/playlist?list=PLb4x5JV4jxd679S4Qzsx1-4pFNImb6zzG

Hero, ΠΙΕ ρίζα *ser(1)- (#AlamoWords - 8)

#AlamoWords - 8 "Hero",
αλλά και τα ομόριζα "conservation; conservative; conserve; observance; observatory; observe; preserve; reservation; reserve; reservoi; heroine; Ηρώ; Ήρα; Ηρακλής; Hercules; Hera; Iro και πιθανά παράγωγα τους
Το hero το έψαξα στις διακοπές μου και έχει πολύ ψωμί, από ανάρτηση του Νίκος Δήμου, που ανέβασε το "heroes" του Μπάουϊ.
Το Αγγλικό προέρχεται από τα Παλαιό Γαλλικό heroe (14αι., Μοντέρνα Γαλλικά héros), από το Λατινικό heros από το Ελληνικό ἥρως. Είναι από αβέβαιη πηγή. Οι επιστήμονες το έχουν συγκαταλέγει να προέρχεται από την Πρωτο-Ινδο-Ευρωπαϊκή (ΠΙΕ) ρίζα *ser- και μάλλον δεν έχουν άδικο. Το πρόβλημα με την ρίζα *ser- είναι ότι περιλαμβάνει πάρα πολλές έννοιες και θα έπρεπε κανονικά να χωριστεί σε τουλάχιστον πέντε διαφορετικές νοηματικά ρίζες, δηλαδή *ser(1)-, *ser(2) κλπ. Είναι όμως τόσο κοντά και τόσο δεμένες οι διαφορετικές έννοιες μεταξύ τους που ακόμα δεν τα έχουν καταφέρει. Έχουν ξεχωρίσει αρχικά το *ser(1)- και όλα τα υπόλοιπα τα έχουν βάλει στο *ser(2)-. Προσωπικά δεν συμφωνώ, θα ακολουθήσω όμως αυτό τον πρώτο διαχωρισμό προς χάριν οικονομίας και εδώ στο Άλαμο.
H ΠΙΕ ρίζα *ser(2) περιλαμβάνει και το αγγλικό art που συζητήσαμε στην ομάδα Alamo, με το οποίο θα ασχοληθώ σε δεύτερο άρθρο, και πιθανόν να χρειαστεί Τρίτο και Τέταρτο για να εξαντληθεί η ρίζα. Θα το πάω κομμάτι - κομμάτι, δεν γίνεται διαφορετικά.
Η ΠΙΕ ρίζα *ser(1)- τώρα πέρα από το ἥρως και τα παράγωγά του σε όλες τις γλώσσες, έχει δώσει:
Αβεστική haurvaiti "φρουρώ"
Λατινική servare "φρουρώ, παρατηρώ"
Παλαιά Εκκλησιαστικά Σλαβονικά xraniti "φρουρώ, προστατεύω"
Παλαιά Γερμανικά gi-sarwi "παν-οπλία, όπλα, εξ-οπλισμός"
Παλαιά Αγγλικά searu "τέχνη, ειδικότητα, πανουργία, πλάνη" και από εκεί βγαίνουν οι υπόλοιπες λέξεις που αναφέρω σήμερα.
ΥΓ:
heroine.
Η "λέξη heroin" εμπνεύστηκε από την "hero", είτε γιατί σε κάνει να νιώθεις ήρωας, είτε γιατί τα αποτελέσματά της απέναντι στην "μορφίνη" ήταν "ηρωϊκά".)
Ηρώ, Ήρα, Ηρακλής, Hercules, Hera, Iro και πιθανά παράγωγα τους.
Το όνομα Ηρώ θεωρείται άλλη μορφή του ονόματος "Ήρα". Ετυμολογήθηκε στο παρελθόν από το *Ἡρ-ϝā, βρέθηκε όμως επιγραφή (Μυκηναϊκή) με τη μορφή "Έ-ρα" που το αναιρεί. 'Αλλοι το ετυμολόγησαν από το *yēr- που δίνει τις λέξεις ώρα και year. Δεν μένει άλλη επιλογή από το να το συμπεριλάβουμε στο προβληματικό και πληθωρικό *ser- και αυτό κάναν οι περισσότεροι επιστήμονες.
και ο σύνδεσμος που ακολουθεί είναι μια λίστα που θα περιλαμβάνει τα τραγούδια που αναρτούμε.

https://www.youtube.com/playlist?list=PLb4x5JV4jxd7Ix5l3Kk6mzb7hpgX1U9KA

Буерак (και Character, και γουλιά) (#AlamoWords - 7)

#AlamoWords 7 - Буерак (και Character, και γουλιά) (όσοι θέλουν μόνο τις λέξεις που παίζουν, τρέχουν στο τέλος της ανάρτησης)
#AlamoFresco2018 🇷🇺
Μετατρέπω την ανάρτησή μου στο AlamoFresco2018, για να τσαλαβουτήξω σε ξένα χωράφια. Το ταξίδι της ετυμολογίας μας επιτρέπει να ταξιδέψουμε σε γλώσσες που δεν γνωρίζουμε. Αγγίζοντας τες μέσω των λέξεων, μαθαίνουμε κάτι για αυτές, και για τους πολιτισμούς των ανθρώπων που τις ομιλούν. Ας δούμε το ταξίδι από την λέξη "Буерак" η οποία σημαίνει "χαράδρα, ρεματιά" που μπορεί να μας οδηγήσει.
Το Буерак (μπούερακ) κατάγεται από το Οθωμανικό (και Αλταϊκό) bajyr (πλαγιά, λόφος), απ' το οπίο βγαίνει το Τούρκικο bayır (με την ίδια σημασία) απ' το οποίο βγαίνει το Μπαϊράκι, και πέρα από τα Ελληνικά, το χρησιμοποιούν οι Βούλγαροι, οι Ουκρανοί, αλλά και οι Ρώσοι, που πλέον η λέξη έχει τη μορφή баерак (μπαγιεράκ).
Το Буерак στα Αγγλικά είναι το "gully", το οποίο μέσω των Μέσων Αγγλικών (golet) και Παλαιών Γαλλικών (goulet) κατάγεται από το Λατινικό gula (λάρυγγας), και από το οποίο δανειζόμαστε εμείς στο Μεσαίωνα για να έχουμε σήμερα την λέξη "γουλιά". Από εκεί βγαίνει και το "αναγούλα" που σημαίνει κυριολεκτικά "μου ανέβηκε στο λαρύγγι". Από το ίδιο Λατ. gula δανείζονται και οι Ρώσοι για την δικιά τους λέξη για τον λάρυγγα που είναι глотка.
Το Ελληνικό "Χαράδρα" κατάγεται από το χαράσσω και το χάραξ, τα οποία είναι ανετυμολόγητα. Έχει γίνει προσπάθεια να τα συνδέσουν με προ-Ελληνικές γλώσσες, αλλά η πιθανότητα είναι να προέρχεται από τα Πρώτο-Ελληνικά, κι από όπου ήρθαν αυτοί οι Πρωτο Έλληνες, για τους οποίους έγιναν δεκάδες θεωρίες, οι τελευταίες ανασκαφές όμως φαίνεται κατά πολύ να ταυτίζει τους ΙνδοΕυρωπαίους πρωτο Έλληνες με τους άγνωστους προ-Έλληνες. Ακόλουθη και η επιστήμη της γλωσσολογίας τείνει να αποδέχεται την θεωρία της ηχοποιητικής για το χαρ- (και την Ελληνική καταγωγή της), από τον ήχο του καλεμιού στην πέτρα όταν χαράσσει σύμβολα ή τέλος πάντως μορφοποιεί την πέτρα ή το μάρμαρο. Δεν είναι αποδεδειγμένο, παρά μόνο η πιο επαρκής και αποδεκτή θεωρία.
Από το χαράσσω κατάγεται ο χάρακας, το χαράκωμα, το χαρακώνω, κι ο χαρακτήρας, ο οποίος ταξίδεψε μέχρι την Αγγλία για να γίνει στα Αγγλικά "character". Ίδια καταγωγή αλλά μέσω άλλης διαδρομής έχει και το Αγλλικό Gash. Είναι μεταβολή του Garse (Μέσα Αγγλικά) από το garser (Παλαιά Βόρεια Γαλλικά) υποθέτουν μέσω κάποιας μη σωζόμενης Λατινικής λέξεις, αλλά οπωσδήποτε τελικά από το χαράσσειν.
Η ΠΙΕ ρίζα που αναπαράγουν είναι το χαρ- ή με τρόπο που έχουμε εξετάσει ότι σημειώνουν τις ρίζες αυτή γίνεται *gher- (4) "χαράσσω, γρατζουνώ"
Το Буерак μπορεί να μεταφραστεί κι ώς ρέματιά. Ας το δούμε κι αυτό. Εϊναι από το ρέμα < ῥεῦμα < ῥέω < ινδοευρωπαϊκή *srew- (ρέω). Συγγενέυει με τα (σανσκριτικά) स्रवति (srávati), (αρχαία εκκλησιαστική σλαβονική γλώσσα) строуꙗ (struja, ροή), (αγγλικά) stream, (σλαβικά) ostrov
Πάμε να δούμε πόσες λέξεις και γλώσσες μαζέψαμε. Παίζουμε με τις λέξεις:
Αγγλικά "Gully", "Character", "Gash", "stream", "diarrhea", "maelstrom", "rheostat", "rheumatism" και "hemorrhoids"
Ρωσικά "Буерак", "баерак" και "глотка"
Σλαβικά "ostrov" (νομίζω και Ρώσικα μεταξύ τους)
Τουρκικά "bayır" (και Βουλγάρικα και Ουκρανικά αν κάποιος θέλει)
Ελληνικά "Μπαϊράκι", "Χαράσσω", "Χάρακας", "Χαρακώνω", "Χάραγμα", "Χαρακτήρας", "Γουλιά", "Αναγούλα", "ρέμα", "ρεύμα" και "ρέω"
Γερμανικά "Strom"
Ολλανδικά "Stroom"
Πολωνικά "Strumień"
Εδώ ο σύνδεσμος με το playlist:
https://www.youtube.com/playlist?list=PLb4x5JV4jxd6-GA1ZIoPnN2KE8km-5cgh